Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Άρθρο του Τοπικού Συμβούλου Πολυδενδρίου, Σωτήρη Βασιλάκου

Σχεδόν ένας χρόνος υπό κατοχή μνημονίου και είναι πλέον ανούσιο να αναλύσουμε τις συνέπειες και τα οφέλη, αφού πλέον έχουν όλοι πειστεί πως όποια συζήτηση μπορεί να αφορά μόνο το πρώτο σκέλος, γιατί πολύ απλά το δεύτερο δεν υπάρχει.
Και όλα αυτά κάτω από την αιγίδα της Τρόικας προκειμένου να εξευμενισθούν οι αγορές. …ΑΓΟΡΕΣ….Τους συμπεριφερόμαστε σαν να έχουν καθοριστεί από ανυπέρβλητους θεϊκούς νόμους και όλες τους οι παράμετροι να υπόκεινται στην νομοτελειακή αποδοχή των κανόνων της Φυσικής και των μαθηματικών.
Τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει. Οι αγορές και όλες τους οι λειτουργίες, με κορυφαία τους τη νομισματική, εφευρέθηκαν ως ένα σύστημα διανομής και ελέγχου του παραγόμενου πλούτου. Οι λειτουργίες τους και προφανώς τα αποτελέσματα τους υπόκεινται όχι στη νομοτέλεια των θετικών επιστημών, αλλά σε πολιτικές αποφάσεις, που κάθε φορά επιλέγουν κατεύθυνση τόσο όσο προς τη διανομή όσο και ως προς τον έλεγχο του παραγόμενου πλούτου και των μέσων παραγωγής.
Ασχέτως της όποιας αποτίμησης σε κοινωνικούς όρους, ένα είναι σίγουρο, πως όπως εφευρέθηκε η λειτουργία ενός συστήματος, τόσο εύκολα μπορεί και να «αλλάξει». Έτσι, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ένα σύστημα που στόχο είχε την «περιφερειακή ολοκλήρωση» των κρατών – μελών, άλλαξε προσανατολισμό και λειτουργία και μετατράπηκε σε ένα φαύλο κέντρο μονοπωλιακών δυνάμεων στη καρδιά της Ευρώπης, έχοντας τη περιφέρεια υποβαθμισμένη προκειμένου το κέντρο και ο βοράς να μην ανταγωνίζονταί με όμορες χώρες, τις οποίες προόρισε ως τους πρώτους υποψήφιους για μια ενοποιημένη έτοιμη αγορά.
Μέσα από τις συνέπειες αυτών των αλλαγών, η αλλιώς των «πολιτικών επιλογών» η χώρα καλείται να διαχειριστεί ένα χρέος το οποίο δημιουργήθηκε, όχι από έλλειμμα χρηματικών ροών, αυτό ήταν το αποτέλεσμα, αλλά από έλλειμμα μεταξύ κερδών και πραγματικής παραγωγικής βάσης. Το πρώτο σκέλος, δηλαδή το κέρδος, διατηρήθηκε σε υψηλούς ρυθμούς, δεδομένου της μονοπωλιακής δομής της Ελληνικής αγοράς, αλλά και της υψηλής τιμολόγησης, μέσα από την αποδοχή τριγωνικών και άλλων αδιαφανών μαύρων συναλλαγών μεταξύ όσων είχαν την ευθύνη ελέγχου της αγοράς και των ελεγχόμενων επιχειρήσεων, μεταπρατών και εισαγωγέων. Το δεύτερο σκέλος καταρρακώθηκε μέσα από την αδυναμία της πολιτικής να οριοθετήσει ένα πραγματικό σχέδιο υποστήριξης και ανάπτυξης της παραγωγικής βάσης, εξαρθρώνοντας ουσιαστικά παραδοσιακά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως η βιομηχανία τροφίμων, η οποία σήμερα φανερώνεται ως μια από τις δυναμικότερες βιομηχανίες.
 Το χάσμα μεταξύ κερδών και πραγματικών επενδύσεων γεφυρώθηκε μέσω του δανεισμού. Έτσι, ενώ η χώρα παράγει το 2,7% του ΑΕΠ της ευρωζώνης,  απορροφά μόνο το 0,3% των συνολικών επενδύσεων στην ευρωζώνη. Αντίθετα, τα ιδιωτικά κέρδη που παράγει η Ελληνική οικονομία υπερβαίνουν το 5% των συνολικών ιδιωτικών κερδών που παράγονται στην ευρωζώνη. Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν, για να στηριχτεί αυτή η διαφορά μεταξύ επενδύσεων και ιδιωτικών κερδών απαιτούνταν η εισροή ρευστότητας μέσω επέκτασης του Δημοσίου δανεισμού, για να φτάσουμε σήμερα το μέσο νοικοκυριό να χρωστά περί το 70% του διαθέσιμου εισοδήματος του, οι τράπεζες να έχουν εξωτερικό χρέος που ξεπερνά το 52% του ΑΕΠ της χώρας και το δημόσιο χρέος να βρίσκεται στο 145,2% της χώρας[1].
Επίσης, ας σημειωθεί πως η εισροή ρευστότητας προήρθε από το διεθνές χρηματιστηριακό κεφάλαιο μόνο όταν η χώρα μετέτρεψε το νόμισμά της από την αδύναμη δραχμή στο δυνατό ευρώ, και όταν βρέθηκε έφορο πολιτικό έδαφος, ασφαλίζοντας τις τοποθετήσεις του, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ποιος πραγματικά κέρδισε από την είσοδό μας στην ευρωζώνη.
Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου πλασματική η δυναμική που προσέφερε αυτή η αλλαγή πολιτικής στη κεντρική και βόρεια Ευρώπη, η οποία δάνειζε τα πλεονάσματά της στις ελλειμματικές χώρες γνωρίζοντας πως τα κεφάλαια αυτά θα επέστρεφαν και πάλι στους ίδιους, μέσω των εξαγωγών τους, αφήνοντας πίσω ελλείμματα και χρέη στις χώρες που δανείζονταν..
Στα πλαίσια του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής η χώρα καλείται να μηδενίσει τα ελλείμματα της μέσω, μείωσης κυκλοφορίας χρήματος – αύξηση επιτοκίων – μείωση της ανάπτυξης – αύξηση ανεργίας – μείωση τιμών και μισθών, έτσι ώστε όλες οι συνιστώσες της ανταγωνιστικότητας (χρηματοδοτικές, τιμές αγαθών και εργασίας) να συντείνουν να ισοσκελίσουν το έλλειμμα, χωρίς τη κρατική παρέμβαση μιας και η προσφορά χρήματος καθορίζεται ενδογενώς (δες http://annxyd.files.wordpress.com/2010/06/evropaiki_oloklirosi_ems_i_9_new.pdf ).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, προ ημερών δόθηκε στη δημοσιότητα το προσχέδιο μελέτης για τις μισθολογικές εξελίξεις στο δημόσιο και βεβαίως η τέχνη της πολιτικής δεν θα το εντάξει στη παραπάνω εξίσωση, αλλά χρησιμοποιώντας πιο σχοινοτενείς και περίτεχνες εκφράσεις θα το παρουσιάσει ως μεταρρύθμιση, συνοδευόμενη από κλισέ του τύπου «όλοι μαζί τα φάγαμε» «οι δημόσιοι υπάλληλοι φταίνε» «δεν μπορεί ο κρατικός προϋπολογισμός και άρα ο Έλληνας φορολογούμενος να πληρώνει τους τεμπέληδες» και ένα σωρό ψεύδη.
Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική και περιγράφεται στους παρακάτω πίνακες, όπου παρατίθενται η εξέλιξη της μισθοδοτικής δαπάνης σε σχέση με την εξέλιξη του συνόλου των δαπανών πλην χρεολυσίων του Κ.Π για τα έτη 2006 – 2010, προκειμένου να διαπιστωθεί ο βαθμός συμμετοχής των μισθών του Δημοσίου στην αύξηση των δαπανών και κατ’ επέκταση την αύξηση των ελλειμμάτων.

ΒΑΣΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΣΕ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΤΙΜΕΣ (σε εκ. ευρώ)
ΕΤΟΣ
ΣΥΝΟΛΟ ΔΑΠΑΝΩΝ
ΜΙΣΘΟΔΟΤΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ
2006
50116
17588
2007
55733
18601
2008
61642
19854
2009
74627
21458
2010
69724
19115
ΠΗΓΗ ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ Κ.Π.2007-2011


                                                              

Από τα στοιχεία παρατηρείται ότι, κατά το χρονικό διάστημα 2006 – 2010, ενώ το σύνολο των δαπανών του Κ.Π. έχουν αυξηθεί κατά 39,13%, το σύνολο της μισθοδοτικής δαπάνης έχει αυξηθεί μόνο κατά 8,68%. Ωστόσο, για τη εξαγωγή καλύτερων συμπερασμάτων θα πρέπει να απομονωθεί το έτος 2010 δεδομένου ότι έχουμε την εφαρμογή του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και είναι το μόνο έτος κατά το οποίο επιβλήθηκαν μειώσεις τόσο στο σύνολο των δαπανών του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και στη μισθοδοτική δαπάνη.
Έτσι, παρατηρείται πως κατά το χρονικό διάστημα 2006 – 2009, το σύνολο των δαπανών του Κ.Π. έχει αυξηθεί κατά 48,91% και το σύνολο της μισθοδοτικής δαπάνης έχει αυξηθεί κατά 22,00%. Αντίθετα, το έτος 2010 η μισθοδοτική δαπάνη μειώνεται κατά 10,92%, ενώ το σύνολο των δαπανών του Δημοσίου μειώνεται μόνο κατά 6,57%.   
Επίσης, η μισθοδοτική δαπάνη κατά το έτος 2006 αποτελεί το 35,09% του συνόλου των δαπανών του Κ.Π και το ποσοστό αυτό βαίνει συνεχώς μειούμενο σε 33,38% το 2007, 32,21% το 2008, 28,75% το 2009 και 27,42% το 2010. Με άλλα λόγια, τη περίοδο 2006 έως 2010 για κάθε 100 ευρώ δαπάνης του Ελληνικού Δημοσίου ολοένα και μικρότερο ποσό αφορά τη δαπάνη μισθοδοσίας από 35 ευρώ το 2006 σε 27 ευρώ το 2010. Συνεπώς, η μισθοδοτική δαπάνη επιβαρύνει συνεχώς λιγότερο το σύνολο των δαπανών του Κ.Π.
Από το σύνολο των παραπάνω παρατηρήσεων συνεπάγεται πως στη περίοδο 2006 – 2009, κατά την οποία ακολουθήθηκε μια διασταλτική οικονομική πολιτική, η αύξηση του συνόλου των δαπανών του Δημοσίου δεν ακολουθήθηκε από αντίστοιχη αύξηση του κόστους μισθοδοσίας. Αντιθέτως, στη περίοδο συσταλτικής πολιτικής η δαπάνη μισθοδοσίας μειώθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι το σύνολο των δαπανών του Δημοσίου, ασκώντας μεγαλύτερες πιέσεις στο εισόδημα των υπαλλήλων, οι οποίοι είναι φανερό ότι επωμίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό, από ότι τους ανήκει, το βάρος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής.
Αν η ακολουθούμενη συσταλτική πολιτική διακατέχονταν από δίκαιο καταμερισμό των βαρών, η μείωση των δαπανών του Δημοσίου θα έπρεπε να είναι αναλογική ως προς το σύνολο των κατηγοριών που την απαρτίζουν και θα έπρεπε να είχε μειωθεί επίσης κατά 10,92% σε σχέση με το 2009 πριν απαιτηθεί οποιαδήποτε άλλη περικοπή στους μισθούς του Δημοσίου. Συνεπώς, το σύνολο των δαπανών θα πρέπει να μειωθεί επιπλέον κατά 3,2δις ευρώ, πριν απευθυνθούν και πάλι στον εύκολο στόχο της μείωσης των μισθών.
Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός πως ο μηδενισμός τόσο μεγάλων ελλειμμάτων μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, για την ικανοποίηση των δανειακών αναγκών, απαιτεί την πιο βίαιη φτωχοποίηση των λαϊκών μαζών και μάλιστα σε βαθμό εκμηδένισης της αγοραστικής τους δύναμης προκειμένου να αποπληθωριστεί το σύνολο της οικονομίας, όπως περιγράφηκε παραπάνω. Και όταν αυτό το καταφέρουμε τότε, σύμφωνα με το ίδιο το μνημόνιο, το Δημόσιο χρέος θα έχει σκαρφαλώσει σε ακόμα πιο δυσθεώρητα μεγέθη, μαρτυρώντας έναν δυσκολότερο και πιο ανηφορικό δρόμο που θα πρέπει να κάνει για την αποκλιμάκωση του. Η προσπάθεια δηλαδή δεν θα σταματήσει το 2014 αλλά τότε θα αρχίσει με σύμμαχο έναν ήδη εξαθλιωμένο και φτωχοποιημένο λαό. Να λοιπόν που η ευχή «καλό κουράγιο» έκρυβε πίσω της μια μεγάλη αλήθεια.
Το μνημόνιο δεν είναι δυνατόν να πιάσει τους στόχους του και αυτό είναι προφανές από τις κατά σειρά επικαιροποιήσεις και τροποποιήσεις του. Το Δημόσιο Χρέος πλέον χαρακτηρίζεται από δύο λέξεις «μη διαχειρίσιμο» και η αναδιάρθρωσή του, η οποία πριν λίγους μήνες μας παρουσιάστηκε ως καταστροφικό σενάριο, σήμερα υποστηρίζεται από τις περισσότερες πολιτικές δυνάμεις. Άλλη μια «αλλαγή» ή «πολιτική απόφαση» ενάντια στη «νομοτέλεια» των αγορών. Ωστόσο, όταν αυτό γίνει τότε θα τεθούν αμείλικτα τα ερωτήματα, γιατί τώρα και όχι στην αρχή της κρίσης; Γιατί έπρεπε να επωμιστούμε το βάρος επιπλέον 110 δις.ευρώ; Ποία κεφάλαια καλύψαμε με αυτό το ποσό και αν τελικά η χώρα, μέσω αυτής της χρηματοδότησης, μετακύλησε το κόστος της αναδιαπραγμάτευσης από τα ιδιωτικά συμφέροντα στους ώμους των λαών της υπόλοιπης Ευρώπης. Τέλος, είναι δημοκρατικά επιβεβλημένο το κράτος να ανοίξει τους λογαριασμούς του και να δημοσιοποιήσει τις δανειακές του συμβάσεις, προκειμένου ο Ελληνικός λαός να μάθει ποιος και με ποιους όρους έχει υποθηκεύσει το μέλλον του.
«Όψει με περί Φιλίππους…»


[1] Δημήτρης Καζάκης, 2010, άρθρο «Το δημόσιο χρέος και το καθεστώς υποδούλωσης της Ελλάδας», NEXUS, τεύχος 45.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου